Ελλάδα

 

Ο βασιλιάς της Καθαρής Δευτέρας

Κοίταξε έξω από το παράθυρο με ένα βλέμμα γεμάτο ικανοποίηση."Ξημέρωσε επί τέλους" μονολόγησε ο Γιώργος.Αυτή την ημέρα την περίμενε πως και πως. Ισως με μεγαλύτερη λαχτάρα κι από την γιορτή του.Τη φορεσιά του την είχε ετοιμάσει αποβραδίς και στα σβέλτα ντύθηκε και κατέβηκε δυό δυό τα σκαλιά φθάνοντας στο φούρνο της αυλής. Με γοργές κινήσεις πήρε μουτζουρα με το δάχτυλό του και την έβαλε στο πρόσωπό του και τρέχοντας στην καμάρα βρήκε το "στέμμα" του. Μια σιδερωστιά που χρησιμοποιούσε η μητέρα του για να βαζει επάνω το λεβέτι στη φωτιά.Ηταν το "σήμα κατατεθέν"του Γιώργου και φορώντας τη στο κεφάλι γινόταν ο "βασιλιάς"της ΚΑΘΑΡΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ.
Το αντάμωμα γινόταν στο καφενείο και μόλις έφτασε εκει με μεγάλες δρασκελιές, βρήκε την παρέα έτοιμη να τον περιμένει.Με μια ματιά του όλοι στοιχήθηκαν πίσω του και άρχισε το τραγούδι με προορισμό όλα τα σπίτια του χωριού όπου θα γεύονταν τα φτωχικά εδέσματα και το Τσιταλιώτικο κρασί κεράσματα των συγχωριανών τους.Για να τους ευχαριστήσουν το τραγούδι τους ακουγόταν μέχρι τον Αη Λιά και τίς παρυφές του Σγουριά.Ο χορός με τον σπιτονοικοκύρη μπροστά για το "καλό" ήταν επιβεβλημένος και ...
Ο ήλιος έγερνε αργά πίσω από τα Τσιταλιώτικα βουνά και όλοι αποκαμωμένοι απο τον χορό και το κρασί έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού και περνώντας από το σπίτι του καθενός τον αποχαιρετούσαν.
"Και του χρόνου,καλη σαρακοστη".
Νύχτωσε και ο Γιώργος κουρασμένος και ζαλισμένος ανέβηκε τα σκαλιά αργά αργα.Με ιδιαίτερη επιμέλεια έβγαλε επιτέλους το "στέμμα"από το κεφάλι με ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του αφού για ακόμα μια φορά ειχε επιτελέσει το καθήκον του.

Μ. Σ.

Πηγή:http://panos-tsitalia.blogspot.com/2012/02/blog-post_26.html. (αναρτήθηκε από τον Παναγιώτη Σαρρή, συγγενή της μαθήτριας)

 

Ούτε Πάσχα, ούτε Λαμπρή!!!

 

Στα χρόνια τα πολύ παλιά, σ' ένα μικρό ορεινό χωριό, ένα μεγάλο πρόβλημα βασάνιζε τον παπά και τους κατοίκους του χωριού. Ένα πρόβλημα που κάθε χρόνο ταλαιπωρούσε όλο το χωριό. Ο παπάς του χωριού δεν ήξερε πώς να βλέπει σωστά τον χρόνο έτσι ώστε να κάνει σωστά τα μυστήρια της εκκλησίας και να γίνονται όλα στην ώρα τους. Ημερολόγια δεν υπήρχαν για να δείχνουν την ημερομηνία ούτε όμως και ρολόγια για να μετρούν το χρόνο. Τα χρόνια εκείνα ήταν δύσκολα μα η εκκλησία κρατούσε ενωμένους τους κάτοικους και τους έδινε κουράγιο και ζωή.Έτσι λοιπόν ξεκινά ο παπάς του χωριού να πάει στον ιερέα της περιοχής για να του πει πότε έχουμε Χριστούγεννα και Πάσχα και πότε γιορτάζει το χωριό και οι Αγίοι του. Αγράμματος και καλοσυνάτος ο παπάς του χωριού μιλάει με το ιερέα και αυτός του εξηγεί όλα όσα θέλει να μάθει. Υπήρχε ένα πρόβλημα όμως. Ότι πλησιάζει το Πάσχα και φοβάται πως θα το ξέχναγε. Ζητάει λοιπόν από τον ιερέα να του πει πόσες μέρες έχουμε μέχρι το Πάσχα. Εκείνος του απαντά πως θέλουμε ακόμα εξήντα ημέρες μέχρι το Πάσχα και να φροντίσει να μην το ξεχάσει γιατί είναι μεγάλη γιορτή. Ο παπάς πηγαίνει στο χωριό γρήγορα γρήγορα και σκέφτεται τι να κάνει για να μην ξεχάσει το Πάσχα. Κάθεται λοιπόν μπροστά στο τζάκι του και μια καταπληκτική ιδέα του έρχεται. Μετράει εξήντα κουκιά και τα βάζει μέσα σε μια σακούλα. Κάθε πρωί θα τρώω κρυφά, λέει, ένα κουκί και σαν τελειώσει η σακούλα θα κάνω Πάσχα!

Η καλή όμως η παπαδιά αγαπούσε πολύ τον παπά βλέποντας πως κάθε πρωί τρώει και από ένα κουκί και για να τον ευχαριστήσει, πιάνει και ρίχνει κρυφά μέσα στη σακούλα άλλο ένα κιλό κουκιά. Ο παπάς μου, σκέφτηκε, θα χαρεί που η σακούλα του δεν θα τελειώσει ποτέ από κουκιά και θα έχει κάθε πρωί να φάει και από ένα. Πέρασαν σαράντα μέρες, πέρασαν εξήντα μέρες, πέρασαν μήνες, πέρασε και η άνοιξη αλλά το Πάσχα δεν φαινόταν πουθενά. Απελπισμένοι οι κάτοικοι του χωριού αποφάσισαν να πάνε στον παπά και να τον ρωτήσουν πότε θα έρθει το Πάσχα και γιατί είχε αργήσει τόσο πολύ. Πάνε λοιπόν όλοι αποφασισμένοι στο σπίτι του παπά. Ο πιο θαρραλέος από όλους φωνάζει του παπά: Παπά μου, θα έρθει φέτος το Πάσχα; και ο παπάς τότε θυμήθηκε πως το πρωί η σακούλα του είχε ακόμα μέσα αρκετά κουκιά και του λέει:

Κατά πως λένε τα κουκιά και μαρτυράει η σακούλα, φέτος δεν θα 'χουμε Λαμπρή ούτε Πάσχα.

Μ. Σ.

Η αλεπού και ο λέλεκας

Μια φορά ένας λέλεκας ήθελε να κάνει στην αλεπού τραπέζι. Πήρε λοιπόν μια κανάτα γάλα , την έβαλε πάνω σε μια πέτρα κι έβαζε μέσα τη μύτη του κι έπινε το γάλα. Σαν έβγαζε τη μύτη του έξω για να πάρει την ανάσα του ,έσταζε λιγάκι γάλα και το έγλειφε η αλεπού.

Σαν ήπιε ο λέλεκας καλά -καλά το γάλα , είπε στην αλεπού :

-Ήπιες συντέκνισσα, γάλα; Χόρτασες;

-Ήπια , λέει, χόρτασα! Και σε έχω κι εγώ καλεσμένο αύριο να σε ταΐσω,

Κράτησαν το λόγο τους και βρέθηκαν πρωί πρωί σε μια ράχη. Η αλεπού έφερε κι αυτή μια κανάτα γάλα. Πάει σε μια πλάκα μεγάλη, έπειτα την χτυπά απάνω, έσπασε και χύθηκε το γάλα πάνω στην πλάκα. Έπιασε η αλεπού το έγλειφε, χτυπάει ο λέλεκας τη μύτη του πάνω στην πλάκα αδιάφορα

Ρώτησε ύστερα κι η αλεπού :

- Ε, σύντεκνε, λέει , ήπιες γάλα; Χόρτασες;

-Άμα συντέκνισσα, το έκανα !

Τότε η αλεπού του είπε :

-Αυτό πού μου πούλησες, σύντεκνε, αγόρασες !

Γ.Κ.